Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

25η Μαρτίου, απόγευμα. Γυρνάω σπίτι μετά την παρέλαση, πανθομολογουμένως μεγαλοπρεπή, όλος ο ντουνιάς ήταν κάτω, σπαρμένος στα καφενεία, πολύβουα σμήνη ανθρώπων που έπιναν καφέδες και γελούσαν. Μέχρι που ξέσπασε πάλι καταιγίδα. Όπου φύγει φύγει, όπως την ημέρα του καρναβαλιού.  Μέσα στο ζεστό και όμορφο κονάκι μου, μετά από ένα ζεστό μπάνιο και ζεστό φαί, ανοίγω το ΟΤΕ history. Και πέφτω σε μια εκπομπή με λόγια από τα «Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη».
Κοιτάζω τη βιβλιοθήκη μου. Εκατοντάδες βιβλία, καθότι βιβλιοφάγος. Κυρίως λογοτεχνικά. Αλλά από ιστορία, λίγα πράγματα. Το μάτι μου πέφτει σε έναν μεγάλο δερματόδετο τόμο, παλιό. Τα «Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη». Εκδόσεις «Ιστορική Έρευνα». Πρόλογος-επιμέλεια Γιάννη Βλαχογιάννη. Στο τέλος της εισαγωγής του, υπογράφει: Ιωάννης Βλαχογιάννης, Εν Αθήναις, 20 Ιανουαρίου 1907.
Το είχα διαβάσει όταν ήμουν 18 χρονών.

Το κράτησα στα χέρια μου και το άνοιξα, μετά από χρόνια. Είναι ένα ιερό βιβλίο. Η βίβλος της ιστορίας μας. Και συγκινήθηκα.
Ο χρόνος πάγωσε. Έχει παγώσει από τότε. Αλλά εμείς βαλθήκαμε να τρέχουμε χωρίς να κοιτάζουμε πίσω. Φοβούμενοι μήπως την πάθουμε σαν τον Ορφέα που παράκουσε την εντολή του θεού του κάτω κόσμου και έχασε την αγαπημένη του Ευρυδίκη. Εμείς όμως την είχαμε χάσει την Ευρυδίκη μας, από τότε. Και πάγωσε ο χρόνος. Και δεν κοιτάξαμε πίσω, ούτε μπρος. Ούτε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Γιατί αν τον κοιτούσαμε, η εικόνα μας θα μας πλήγωνε βαθιά. Όχι γι αυτά που περάσαμε, αλλά γι αυτά που περνάμε και σήμερα. Τα ίδια όπως τότε. Το 1829, όταν ο αγράμματος στρατηγός, έγραφε τα απομνημονεύματά του και τα ματωμένα γεγονότα της ελληνικής επανάστασης. Και τα μετέπειτα.
Τα μετέπειτα, ένας εφιάλτης που μας ακολουθεί. Τον βλέπουμε κάθε μέρα, κάθε χρόνο, μετά από διακόσια τόσα χρόνια, ένα όνειρο που ξυπνήσαμε και δεν το θυμόμαστε, δεν θέλουμε να το θυμηθούμε.
Ο χρόνος πάγωσε. Δεν ανοίξαμε ποτέ τις σελίδες της ιστορίας μας. Φοβηθήκαμε, επαναπαυτήκαμε, αφήσαμε τους αφέντες μας να μας κρατάνε στο σκοτάδι. Κι έτσι, όλα έμειναν άδεια. Κι εμείς μείναμε άδειοι. Χωρίς ψυχή, χωρίς καρδιά, χωρίς αγάπη για την πατρίδα, παρά μόνο λόγια, λόγια, λόγια. Χωρίς πόθο για την αλήθεια, χωρίς γνώθι σ’ αυτόν. Χωρίς πνευματική ηγεσία. Και μείναμε σκουπίδια, μαύροι  μέσα στο σκοτάδι.
Με πήραν τα κλάματα διαβάζοντας τον πρόλογο του συγγραφέα, του στρατηγού Μακρυγιάννη.  Η απόλυτη αυτογνωσία, αυτό που δεν αντέχουμε να κάνουμε από εγωισμό, αυτό που μας κρατάει πίσω, στον παγωμένο χρόνο.

Σε πολυτονικό σύστημα γραμμένο το βιβλίο, στη γλώσσα του αγράμματου ήρωα, μια καρδιά γεμάτη αίμα και πόθο για την αλήθεια, ο συγγραφέας γράφει στον πρόλογό του:

 «Αδελφοί αναγνώστες!
Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα, -από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις τ’ Άργος- και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά. Ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά στα γραφόμενα. Και… τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης. Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από τον ανοησίαν μας και ’διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από μας τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ από ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, όπου δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν. Γράφοντας αυτά τα αίτια και της περίστασες, οπού φέραμεν τον όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη την πατρίδα και κοινωνία, γράφω με πολλή αγανάχτησιν αναντίων των αιτίων. Όχι νάχω καμμιά ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος της πατρίδας μου δίναι αυτείνη την αγανάχτησιν και μπόρεσα να γράψω γλυκώτερα. Αυτό το χειρόγραφον, από την περίστασιν οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές (σσ, επιθέσεις), το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα, το διάβασα όλο και έγραψα ως τα 1850 Απρίλη μήνα και διαβάζοντάς το είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκώτερα δια κάθε άτομον. Πρώτο λοιπόν αυτό, και ύστερα σε πολλά μέρη ’παναλαβαίνω πίσω τα ίδια (ότι είμαι αγράμματος και δεν θυμώμαι και δεν βαστώ σειρά ταχτική) και τρίτο, εκείνα οπού σημειώνω εις την πρωτοϋπουργίαν του Κωλέτη, οπού έκαμεν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος του και της θρησκείας του και των συναγωνιστών του, όλων των τίμιων ανθρώπων-και να χύση τόσα άδικα αίματα των ομογενών του και να πάθη η δυστυχισμένη του πατρίδα και να παθαίνει και τώρα εις τον πεθαμό του από τους ίδιους τους μαθητάς του και συντρόφους του, οπού μας κυβερνούν. Και οι προκομμένες του οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτό εις το ταμείο και όλο το κράτος τόφεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλίαν. Και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων (σσ. εννοεί τους εγγλέζους) μας έχουν μπλόκον. Οπούναι περίτου από τρεις μήνες, και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον  και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθρώποι των νησιών και εκείνοι οπούχουν τα καράβια τους γκιζερούν (σσ. περιπλανώνται) εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα. Όλα αυτά τα δεινά και άλλα πλήθος είναι έργα του Κωλέτη και της συντροφιάς του, οπού άφησε εντολή να κυβερνιώμαστε με αυτό το σύστημα και με τους τοιούτους συντρόφους του. Και αυτά ήταν δια τους ξένους σκοπούς του και της ’διοτέλειές του και για να κατακερματίσουνε και την Τρίτη Σεπτεβρίου-οπού διαβαίνει περί θρησκείας και άλλης σωτηρίας της πατρίδος αυτό το Σύνταμα (σσ. Το Σύνταγμα)- και τόχομεν εις το χαρτί και αντίς να μας ωφελήσει, μας αφανίζει ολοένα. Όλοι οι άλλοι, οπού γράφω εξ αρχής, είναι άγιοι ομπρός σ’ αυτόν και την συντροφιά του τη σημερνή, μ’ όλον πού τα λάθη τα πρώτα εγέννησαν και τούτα.
Δια όλα αυτά γράφω εδώ. Ως άνθρωπος μπορώ να πεθάνω και ή τα παιδιά μου, ή άλλος τα αντιγράψη, για να τα βγάλη εις φως, πρώτο τους ανθρώπους, οπού γράφω μ’ αγανάχτησιν αναντίον τους, να βάνη της πράξες του κάθε ενού και τ’ όνομά του με καλόν τρόπον, όχι με βρισιές, δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή, να ζήσουν ως ανθρώποι σ’ αυτήν την πατρίδα και μ’ αυτήν την θρησκείαν. Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις της θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν. Και προσοχή να μην τους απατάγη (σσ. απατήσει) η ’διοτέλεια. Και αν σκοντάψουν, τότε εις τον κρεμνόν θα πηγαίνουν, καθώς το πάθαμεν εμείς. Όλο εις τον κρεμνόν κυλάμε κάθε μέρα. Όταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το όλοι οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά….
Εγώ την αλήθεια θα την ειπώ γυμνή. Ότι έχω το μερίδιό μου. Σ’ αυτείνη την πατρίδα θα ζήσω εγώ και τα παιδιά μου.»


- Copyright © Touareg Blue -