Δημοσιεύτηκε από: Αλκμήνη Ψιλοπούλου Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016




 «Ξάφνου, σαν να σχημάτιζε με τον εαυτό του ορθή γωνία, ο τοίχος εμφανίστηκε μπροστά του. Είχε φτάσει στο τέλος του σπηλαίου. Χαμήλωσε το φακό για να βεβαιωθεί για τη σταθερότητα του εδάφους, κατόπιν έκανε δυο βήματα κι ήταν στα μισά του τρίτου όταν το δεξί του γόνατο χτύπησε σε κάτι σκληρό και τον έκανε να βογκήξει. Με το χτύπημα το φως τρεμόπαιξε, μπροστά στα μάτια του εμφανίστηκε για μια στιγμή κάτι που έμοιαζε με πέτρινο παγκάκι, κι αμέσως, την επόμενη στιγμή, παραταγμένες, κάτι ακαθόριστες μορφές που εμφανίστηκαν κι εξαφανίστηκαν.
Ένα βίαιο τρέμουλο συντάραξε τα μέλη του Σιπριάνο Αλγκόρ, το κουράγιο του λύγισε, όπως το σκοινί που σπάει στις τελευταίες κλωστές του, αλλά μέσα του άκουσε μια κραυγή που τον ανακαλούσε στην τάξη, Θυμήσου, ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνεις. Το τρεμάμενο φως του φακού σάρωσε αργά τη λευκή πέτρα, άγγιξε απαλά κάτι σκούρα πανιά, ανέβηκε, κι εκεί βρισκόταν ένα ανθρώπινο σώμα καθιστό. Στο πλάι του, καλυμμένα με τα ίδια σκούρα πανιά, άλλα πέντε σώματα, ομοίως καθιστά, ευθυτενή όλα τους λες και τους είχαν περάσει ένα σιδερένιο καρφί από το κρανίο που τα κρατούσε βιδωμένα στην πέτρα. Ο λείος τοίχος στο βάθος του σπηλαίου βρισκόταν στις δέκα παλάμες από τις βαθουλωμένες κόγχες όπου οι βολβοί των ματιών είχαν μεταμορφωθεί σε έναν κόκκο σκόνης. Τι είναι τούτο, μουρμούρισε ο Σιπριάνο Αλγκόρ, τι εφιάλτης είναι αυτός, ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι. Πλησίασε λίγο ακόμα, πέρασε αργά τη φωτεινή δέσμη του φακού πάνω από τα σκούρα και ξεραμένα κεφάλια, αυτός είναι άντρας, αυτή είναι γυναίκα, κι άλλος άντρας, κι άλλη γυναίκα, κι άλλος ένας άντρας, και μια γυναίκα, τρεις άντρες και τρεις γυναίκες, είδε απομεινάρια από δεσμά που όπως φαίνεται είχαν χρησιμοποιηθεί για να τους ακινητοποιήσουν στο λαιμό, κατόπιν χαμήλωσε το φως, παρόμοια δεσμά είχαν και στα πόδια. Και τότε, αργά, πολύ αργά, σαν ένα φως που δεν βιάζεται να αποκαλυφθεί, έρχεται όμως  για να δείξει την αλήθεια των πραγμάτων μέχρι τις πιο σκοτεινές και απόκρυφες γωνιές, ο Σιπριάνο Αλγκόρ είδε τον εαυτό του να μπαίνει ξανά στο φούρνο του κεραμοποιείου, είδε το πέτρινο παγκάκι που είχαν ξεχάσει εκεί οι οικοδόμοι και κάθισε πάνω του… Μετά από λίγο ο Σιπριάνο Αλγκόρ είχε συνέλθει από τη συγκίνηση και κοιτούσε το γαμπρό του σιωπηλά… ύστερα τον ρώτησε, Ξέρεις τι είναι αυτό εκεί, Ξέρω, κάτι διάβασα κάποτε, απάντησε ο Μάρσαλ, κι επίσης ξέρεις πως αυτό που είναι εκεί, όντας αυτό που είναι, δεν έχει αλήθεια, δεν μπορεί να είναι αληθινό, Το ξέρω, Κι ωστόσο εγώ άγγιξα με τούτο το χέρι στο μέτωπο μια από τις γυναίκες, δεν ήταν ψευδαίσθηση, δεν ήταν όνειρο, αν επέστρεφα τώρα εκεί μέσα θα συναντούσα τους ίδιους τρεις άντρες και τις ίδιες τρεις γυναίκες, τα ίδια σχοινιά που τους δένουν,  το ίδιο πέτρινο παγκάκι, τον ίδιο τοίχο στο βάθος… Τι είδες, ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, Οι άνθρωποι αυτοί είμαστε εμείς…»

Αυτά λέει στο βιβλίο του με τίτλο «Η Σπηλιά» (εκδ. Καστανιώτη), ο μεγάλος νομπελίστας συγγραφέας και δάσκαλός μου μετά θάνατον,  Ζοζέ Σαραμάγκου. Οι ήρωές του, απλοί άνθρωποι, ένας κεραμοποιός και η κόρη του, ο γαμπρός του, φύλακας στο «Κέντρο», ένας σκύλος, μια γειτόνισσα που αγαπά τον κεραμοποιό. Είναι ανώφελο να περιγράψει κανείς την ιστορία του μυθιστορήματος. Είναι ανώφελο να προσπαθήσει να καταλάβει σε βάθος αυτά που λέει, αν δεν έχει διαβάσει μιαν άλλη Σπηλιά, εκείνην του αρχαίου μεγάλου δασκάλου μας, του Πλάτωνα. Παραθέτω το απόσπασμα του πλατωνικού μύθου («Πολιτεία Ζ, έβδομο βιβλίο», εκδ. Κάκτος), και θα καταλάβετε «αργά, πολύ αργά, σαν ένα φως που δεν βιάζεται να αποκαλυφθεί, έρχεται όμως  για να δείξει την αλήθεια των πραγμάτων μέχρι τις πιο σκοτεινές και απόκρυφες γωνιές»:


«Δες λοιπόν με τη φαντασία σου ανθρώπους που κατοικούν μέσα σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που να έχει την είσοδό της ψηλά στην οροφή, προς το φως, σε όλο το μήκος της σπηλιάς. Μέσα της να είναι άνθρωποι αλυσοδεμένοι από την παιδική ηλικία στα πόδια και στον αυχένα, έτσι ώστε να είναι καρφωμένοι στο ίδιο σημείο και να μπορούν να βλέπουν μόνο μπροστά τους και να μην είναι σε θέση , εξαιτίας των δεσμών, να στρέφουν τα κεφάλια τους ολόγυρα. Κι οι ανταύγειες της φωτιάς που καίει πίσω τους να είναι πάνω και μακριά από αυτούς. Και ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, προς τα πάνω, να υπάρχει ένας δρόμος που στο πλάι του να είναι χτισμένο ένα τοιχάκι, όπως τα παραπετάσματα που τοποθετούν οι θαυματοποιοί μπροστά στους ανθρώπους, και πάνω απ’ αυτά τους επιδεικνύουν τα ταχυδακτυλουργικά τους.
Φαντάσου λοιπόν κοντά σε τούτο το τοιχάκι, ανθρώπους να μεταφέρουν κάθε είδους αντικείμενα, που προεξέχουν από το τοιχάκι, καθώς και αδριάντες και κάποια άλλα αγάλματα ζώων, πέτρινα και ξύλινα και κατασκευασμένα με κάθε είδους υλικό, και όπως είναι φυσικό, από αυτούς που τα μεταφέρουν άλλοι μιλούν και άλλοι μένουν σιωπηλοί.
Παράδοξη εικόνα περιγράφεις, και παράδοξους συνάμα δεσμώτες, είπε.
Μα είναι όμοιοι με μας, είπα εγώ. Και πρώτα και κύρια, νομίζεις πως αυτοί έχουν  δει κάτι άλλο από τους εαυτούς τους και τους υπόλοιπους που είναι μαζί, εκτός από τις σκιές που δημιουργεί η φωτιά, και που αντανακλούν ακριβώς απέναντί τους στον τοίχο της σπηλιάς;…»

Ο μεγάλος πορτογάλλος συγγραφέας, αξιοποιεί λοιπόν τον μύθο του Σπηλαίου του Πλάτωνα, ο οποίος είναι εκπαιδευτικός, δηλαδή μιλάει για την παιδεία, τη γνώση και το ρόλο που παίζει για την αφύπνιση και την απελευθέρωση του ανθρώπου. Δεσμώτες της σκοτεινής σπηλιάς, «είμαστε όλοι εμείς» όπως λένε και οι δύο δάσκαλοι, ο αρχαίος και ο σύγχρονος. Αξίζει εδώ να πούμε ότι ο Ζοζέ Σαραμάγκου ήταν αναρχοκομμουνιστής, κι όμως, όπως φαίνεται, είχε διαβάσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και φυσικά είχε μελετήσει τον Πλάτωνα.

Ζοζέ Σαραμάγκου: να αλλάξουμε τον κόσμο

Σε μια συνέντευξη που του πήρε κατ’ αποκλειστικότητα για το «Βήμα» ο δημοσιογράφος Χάρης Παπαγεωργίου, δυο ημέρες μετά την ανακοίνωση του Νόμπελ το 1998, ο Ζοζέ Σαραμάγκου, απαντώντας σε ερώτηση για τη σχέση του με την φιλοσοφία, αναφέρει:  

«Προτείνω να επιστρέψουμε στη φιλοσοφία. Και το λέει αυτό κάποιος που δεν είναι φιλόσοφος, που δεν είναι παρά ένας απλός αναγνώστης, περίεργος, της φιλοσοφίας. Με τη φιλοσοφία μού συμβαίνει ό, τι και με τα μαθηματικά ή την αστρονομία. Τα γνωρίζω πολύ λίγο. Έχοντας εμπιστοσύνη στο ότι το ανθρώπινο είδος θα περάσει σώο και αβλαβές στη νέα χιλιετία, προτείνω ένα είδος ονείρου στο οποίο, αν έπρεπε να δώσω ένα όνομα, θα το αποκαλούσα επιστήμη του κόσμου, ή φιλοεπιστήμη. Κάτι που θα μας οδηγήσει στο να καταλάβουμε καλύτερα το ποιοι είμαστε· το πού πάμε μου είναι αδιάφορο, και επιπλέον εγώ ξέρω πού πηγαίνω και πού πρέπει να πάω. Να υπήρχε όμως μια γνώση που να ήταν κοινή σε όλους μας, μια γνώση που να μας έκανε να καταλάβουμε καλύτερα τι τελικά είναι και τι σημαίνει το ότι ζούμε, ότι σκεφτόμαστε, δημιουργούμε, φανταζόμαστε και κάνουμε πράγματα. Δεν ανησυχώ ούτε για την αρχή ούτε για το τέλος της ταινίας. Όχι. Θέλω απλώς να έχω μια ιδέα για το τι είμαι, γιατί με εκνευρίζει αφάνταστα το να φύγω τελικά από εδώ γνωρίζοντας ό, τι ακριβώς και στην αρχή του ταξιδιού».

-- Το μυθιστόρημα που γράφετε αυτή την περίοδο… βασίζεται στη σύγχρονη αναδημιουργία του πλατωνικού μύθου της σπηλιάς. Πού εντοπίζετε την επικαιρότητα της σπηλιάς σήμερα;

«… Όσον αφορά το θέμα του μυθιστορήματος, ίσως να φανεί παράδοξο πως από μαρξιστικής σκοπιάς καταπιάνομαι με τον πλατωνικό ιδεαλισμό. Θα έλεγα όμως ότι ακριβώς λόγω των μαρξιστικών μου πεποιθήσεων είμαι ανοιχτός στη μελέτη οποιουδήποτε φιλοσοφικού ρεύματος. Αντίθετα από ό, τι μας κατηγορούν, οι μαρξιστές είμαστε μάλλον οι πιο ανοιχτοί στη μελέτη του διαφορετικού από ό, τι οποιοσδήποτε άλλος!
Στον μύθο της σπηλιάς του Πλάτωνα ανακάλυψα κάτι που στη σημερινή κοινωνία είναι σχεδόν αυταπόδεικτο: ποτέ μα ποτέ, από την εποχή του Πλάτωνα ως σήμερα, η ανθρωπότητα δεν ζούσε τόσο κοντά σε αυτό που περιέγραφε ο έλληνας φιλόσοφος. Φανταστείτε τι θα έγραφε σήμερα ο Πλάτωνας αν έβλεπε ότι βλέπουμε ολοένα και λιγότερο την πραγματικότητα και αφοσιωνόμαστε περισσότερο στις εικόνες της πραγματικότητας ή, ακόμη χειρότερα, σε αυτό που σήμερα αποκαλείται εικονική πραγματικότητα. Σήμερα, μάλιστα, βρισκόμαστε σε μια σπηλιά. Ο Πλάτωνας έλεγε ότι πρέπει να βγούμε από τη σπηλιά και να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Αν όμως αποχαυνωνόμαστε μπροστά στις εικόνες της πραγματικότητας και λησμονούμε τη «λεπτομέρεια» ότι πρόκειται απλώς και μόνο για εικόνες, τότε δεν υπάρχει καμιά διέξοδος. Αφήστε δε που συμβαίνει και το εξής: όταν δεν μας αρέσουν αυτές οι εικόνες, τότε η μόνη μας αντίδραση είναι να αποστρέφουμε το βλέμμα. Το μυθιστόρημα το έχω ήδη αρχίσει, το έχω αρκετά ξεκάθαρο στο μυαλό μου, ένα μυθιστόρημα όμως γεννιέται από τον ίδιο του τον εαυτό. Ξέρω από πού ξεκινώ, ξέρω πού θέλω να φτάσω, δεν ξέρω όμως τους δρόμους ή τα μονοπάτια που θα συναντήσω μπροστά μου. Το μυθιστόρημα ανοίγει δρόμο από μόνο του».

Και για όποιον από τους αναγνώστες θέλει να εντρυφήσει περισσότερο σε αυτά που πρεσβεύει η μεγαλύτερη ίσως προσωπικότητα της νεώτερης παγκόσμιας λογοτεχνίας, αναδημοσιεύω αποσπάσματα από την εξαιρετική αυτή συνέντευξη.

«ΜΑΔΡΙΤΗ, Οκτώβριος.
Πριν από 48 ώρες του είχαν απονείμει το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 1998. Ο ίδιος, ψηλός, αθλητικός, με στυλ μαραθωνοδρόμου, με κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο περιέργεια και επιμένει ξανά και ξανά: «Θεωρώ ότι ανήκω στους ηττημένους, αφού η προσωπική εφήμερη επιτυχία δεν αλλάζει τον κόσμο που μας περιβάλλει και που βρίσκεται σε μαύρα χάλια». Ιδιότυπα απαισιόδοξος, τόσο σε προηγούμενες συζητήσεις μας όσο και τώρα, λέει ότι είναι από τους ανθρώπους που προτιμούν να βλέπουν το ποτήρι μισοάδειο. Θέλω να τονίσω αυτό το «τόσο προηγουμένως όσο και τώρα», επειδή ο Ζοζέ Σαραμάγκου, το πρώτο βραβείο Νομπέλ της Πορτογαλίας στη λογοτεχνία, διατηρεί την ίδια ευθύτητα, την ίδια εγκαρδιότητα κατά τη συζήτησή μας, ωσάν να μην έχει συμβεί τίποτε. Σαράντα οκτώ ώρες μετά, Σάββατο απόγευμα, σε μια Μαδρίτη μισοεκκενωμένη λόγω τριημέρου αργίας, ο Ζοζέ Σαραμάγκου μας δέχεται στο δωμάτιο κεντρικού ξενοδοχείου όπου έχει καταλύσει, καθ' οδόν προς το Λανθαρότε. Σε κάποια στιγμή της συζήτησης η κουβέντα ήρθε στα δύο ελληνικά Νομπέλ και ο Σαραμάγκου σχολίασε: «Έπρεπε να ήταν και ο Καζαντζάκης. Αλλά σε αυτόν δεν θέλησαν να το δώσουν παρ' ότι το άξιζε».
Τα τριαντάφυλλα πλημμυρίζουν τον χώρο. Ο ίδιος, με λίγα φρούτα και νερό στο διπλανό τραπέζι, μιλάει ακούραστα. Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι αξιοποίησε στο έπακρο την τέχνη του μηχανικού κλειδαρά που έμαθε μικρός. Μόνο που για εργαλεία του πήρε τις λέξεις και άνοιξε όλες τις μικρές και μεγάλες πόρτες της ανθρώπινης ψυχής. Ένας άνθρωπος ακέραιος και ηθικός, ο πιο παγκόσμιος από τους σύγχρονους πορτογάλους συγγραφείς.

-- Ζοζέ Σαραμάγκου, πόσο απέχει το Νομπέλ από τη γη;

«Νομίζω ότι για καλή μας τύχη το Νομπέλ βρίσκεται στη γη, αφού σε διαφορετική περίπτωση η πτώση θα είχε σοβαρότατες επιπτώσεις. Η αλήθεια είναι ότι όταν αφορά άλλους τότε τα πράγματα είναι σχετικά εύκολα, όταν όμως δέχτηκα την είδηση της απονομής σε μένα του Νομπέλ Λογοτεχνίας έμεινα χωρίς σκέψη, χωρίς αντιδράσεις, λες και είχε απλωθεί μέσα μου ένα απέραντο λευκό, και μόνο σιγά σιγά άρχισα να συνειδητοποιώ πλήρως τι ήταν αυτό που συνέβαινε. Εγώ δεν είχα γεννηθεί γι' αυτό. Γεννήθηκα σε μια οικογένεια πάμφτωχη, αναλφάβητων αγροτών. Η μητέρα μου, ο πατέρας μου και εγώ πήγαμε στη Λισαβόνα, σε ένα σπίτι όπου δεν υπήρχε κανένα βιβλίο, κάτω από οικονομικές συνθήκες που δεν μου επέτρεψαν να φοιτήσω στο πανεπιστήμιο. Ημουν 20 χρόνων όταν αγόρασα το πρώτο μου βιβλίο. Το "μου" είναι τρόπος του λέγειν βέβαια, αφού τα χρήματα ήταν δανεικά από ένα φίλο μου».
….
-- Με τα υπόλοιπα Νομπέλ δεν παρατηρείται τέτοια πολεμική όσο με τα Νομπέλ Λογοτεχνίας. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό;

«Είναι η λέξη. Είναι η δύναμη και η σημασία και η ίδια η χρήση της λέξης. Αυτή είναι μια μεγάλη αλήθεια: η λέξη είναι επικοινωνία. Η λέξη όμως δεν είναι αθώα, αφού δεν είναι εξ ορισμού καλή και αγαθή. Οι λέξεις είναι τρομερές και πρέπει κανείς να είναι πολύ προσεκτικός όταν έχει να κάνει μαζί τους. Οι λέξεις όμως που μιλούν για δικαιοσύνη, για αλληλεγγύη, για αλλαγή του κόσμου, για αλλαγή του τρόπου ζωής, για αλλαγή νοοτροπίας που θα μας οδηγήσει σε πιο ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ μας, με περισσότερο σεβασμό και κατανόηση, αυτές είναι οι καλές λέξεις. Με αυτές τις λέξεις θέλω να διατηρώ το δικαίωμά μου να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο κατά έναν τρόπο διαφορετικό».

-- Παρά λοιπόν τις αντιλήψεις που θέλουν την εικόνα κυρίαρχη, εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι οι λέξεις μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο;

«Και ναι και όχι. Οι λέξεις μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, για να συμβεί όμως αυτό πρώτα απ' όλα θα πρέπει να ειπωθούν. Όχι όμως μόνο να ειπωθούν αλλά και να πέσουν σε γόνιμο έδαφος ώστε να μετατραπούν σε κινητήρα δράσης. Η αλήθεια είναι ότι διανύουμε καιρούς κατά τους οποίους λέξεις και μηνύματα αρνητικά, όπως το «πρέπει να θριαμβεύσεις», για παράδειγμα, βρίσκονται στο απόγειό τους. Αυτό σημαίνει, υπονοείται σαφέστατα, ότι η παρέμβαση του καθένα μας στη ζωή θα πρέπει να υπόκειται σε αυτή τη σύμβαση. Αυτό όμως βλέπουμε ότι οδηγεί τελικά στον εγωισμό, στην αδιαφορία και στη μη αλληλεγγύη. Τι συμβαίνει λοιπόν; Ηττηθήκαμε όσοι υποστηρίζουμε μια διαφορετική πορεία; Λέω πάντα ότι όπως οι νίκες έτσι και οι ήττες δεν είναι ποτέ οριστικές. Δεν έχει νόημα να πιστεύει κανείς ότι επειδή κέρδισε τώρα αυτή η νίκη του θα διαρκέσει για πάντα. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για την ήττα. Η ήττα αυτή τη στιγμή είναι γι' αυτούς που πιστεύουν σε μια διαφορετική λογική οικοδόμησης του κόσμου. Προσωπικά θεωρώ τον εαυτό μου ηττημένο, ηττημένο όχι στις προσωπικές μου πεποιθήσεις, αφού αυτές κανένας δεν μπορεί να μου τις πάρει, ηττημένο όμως με την έννοια ότι όταν επιχειρήθηκε να τεθεί σε εφαρμογή μια νέα αντίληψη για τη ζωή απέτυχε παταγωδώς. Από την άποψη αυτή θεωρώ τον εαυτό μου ηττημένο. Είμαι όμως απολύτως πεπεισμένος ότι, ακόμη και αν εγώ δεν θα βρίσκομαι εδώ, η σημερινή ήττα θα μετατραπεί σε νέα πάλη και νέα νίκη που με τη σειρά της δεν θα είναι και αυτή οριστική. Δεν πρόκειται απλώς για ελπίδα, έχει να κάνει με το ότι δε θέλω να χάσω τον μόνο λόγο που έχω για να ζω: τη συνείδηση του ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι ένας κόσμος καλός, το αντίθετο, και ότι είναι ανάγκη να τον αλλάξουμε».

-- Μαθαίνει κανείς περισσότερο από τις ήττες παρά από τις νίκες...

«Ασφαλώς. Απόδειξη αυτού είναι το ότι κάθε φορά που υπάρχει μια νίκη, βλέπουμε με το πέρασμα του χρόνου να διαφθείρεται, σαν να υπάρχει ένα είδος που εισχωρεί και κατατρώει τα πάντα. Δείτε τι συμβαίνει στην πολιτική, αλλά όχι μόνο εκεί, ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο. Το κακό σε κάθε περίπτωση είναι όταν δεν μαθαίνει κανείς από τις ήττες και όταν επαναλαμβάνονται τα ίδια λάθη».

-- Δεν λειτουργεί η μνήμη;

«Αυτό είναι ένα από τα σημερινά προβλήματα. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι αυτό που μετρά είναι η ημέρα που βρισκόμαστε σήμερα. Αυτό είναι ένα τρομερό λάθος. Είμαστε πλασμένοι από το παρελθόν. Το προσωπικό και το συλλογικό παρελθόν. Γι' αυτό δεν πρέπει να λησμονούμε τίποτε...».

-- Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να διαχειριστούμε τη μνήμη;

«Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος είναι η χρήση των λέξεων. Αυτών που γράφονται σήμερα και αυτών που γράφτηκαν χτες. Και αυτό επειδή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη μεν προσωπική μας μνήμη φτάνουμε μέσω των αναμνήσεων, στη συλλογική όμως μνήμη φτάνουμε μέσω των βιβλίων, των ιστορικών κειμένων, εκεί δηλαδή όπου βρίσκονται οι λέξεις. Θα έλεγα ότι για μας, γι' αυτό που εμείς αποκαλούμε παρόν, η μνήμη βρίσκεται στις λέξεις που γράφτηκαν, που βρίσκονται εκεί, και το μόνο που μένει να κάνει κανείς είναι ένα ταξίδι στον χρόνο και να αναζητήσει τις λέξεις που έμειναν πίσω. Και οι λέξεις που γράφονται σήμερα έχουν νόημα και συμπληρώνουν τέλεια τις λέξεις που έμειναν πίσω».

-- Έχετε πει ότι «δεν είμαι ποιητής, αλλά κάνω ποίηση». Τι σημαίνει να κάνεις κανείς ποίηση σήμερα;

«Νομίζω ότι σημαίνει σήμερα αυτό που σήμαινε πάντα. Η ποίηση είναι η πιο βαθιά έκφραση που υπάρχει, όπως και η φιλοσοφία· νομίζω ότι αποτελούν τους δύο δρόμους για να φτάσει κανείς στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Η φιλοσοφία, αυτή η διαρκής και συστηματική έρευνα για την ανθρώπινη ύπαρξη και την κοινωνία, και η ποίηση, αυτό το είδος της κατάδυσης ως τα τρίσβαθα της ανθρώπινης ψυχής ­ κάτι που μόνο η ποίηση μπορεί να κάνει. Δεν θέλω να πω με αυτό ότι το μυθιστόρημα ή το διήγημα δεν καταφέρνουν να αγγίξουν και να εισχωρήσουν στην ανθρώπινη ψυχή. Η ποίηση όμως μπορεί να αγγίξει το ανείπωτο, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί. Όσο και να κινείται η πρόζα προς αυτή την κατεύθυνση, πάντα θα είναι λίγη μπροστά στην ποίηση. Όταν άρχισα να γράφω τα μυθιστορήματά μου, μετά από κάποιες απόπειρες να γράψω ποίηση, συνειδητοποίησα ότι έκανα καλύτερη ποίηση σε αυτά παρά στα ποιήματα που είχα γράψει νωρίτερα».
…..

-- Το βιβλίο σας «Δοκίμιο περί τυφλότητος» έχει περάσει στα μπεστ σέλερ του ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείου «Amazon». Βλέπετε στο Διαδίκτυο την πηγή ενός νέου πεδίου παγκόσμιας επικοινωνίας;

«Νομίζω ότι ελλοχεύει σοβαρός κίνδυνος αν πιστεύουμε ότι αυτό μπορεί να είναι μια διέξοδος. Αντίθετα, πρόκειται για τη σπηλιά. Το Internet ως πηγή πληροφοριών είναι θαυμάσιο και εξαιρετικά χρήσιμο. Αυτό που φοβάμαι όμως είναι το είδος αυτό του εθισμού που βλέπω να επεκτείνεται σταδιακά. Πιστεύω ότι πρέπει να βγει κανείς στον δρόμο και να δει την πραγματικότητα κατάματα. Όσες πληροφορίες και αν είναι σε θέση να βρει κανείς στο Internet, δεν υπάρχει πιο ασφαλής πληροφόρηση από αυτή που μπορεί κανείς να αντλήσει από την πραγματικότητα και η πραγματικότητα είναι έξω, στον δρόμο».
 …..

-- Τι σημαίνει για εσάς ευτυχία;

«Φαντάζεται κανείς ότι αυτό που αποκαλούμε ευτυχία είναι μια κατάσταση μόνιμης χαράς, κάτι όμως που δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ. Αν η χαρά δεν είναι μόνιμη, τότε είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν στιγμές θλίψης, για κάτι που χάθηκε, για κάτι που δεν έχουμε, για μια απουσία. Όλα αυτά μπορούν να μας οδηγήσουν στη θλίψη. Εμένα μου είναι αδιάφορη η ιδέα της ευτυχίας, για μένα έχει μεγαλύτερη σημασία αυτό που αποκαλώ ηρεμία και αρμονία. Η έννοια της ευτυχίας προϋποθέτει ότι είναι κανείς πολύ χαρούμενος για τον άλφα ή τον βήτα λόγο. Σε πιάνει βέβαια ένας πονόδοντος, και τότε σου φεύγει η ευτυχία, σου φεύγουν όλα. Νομίζω ότι η ηρεμία είναι άλλο πράγμα. Η ηρεμία έχει να κάνει πολύ με την αποδοχή, αλλά και την, ως έναν βαθμό, αυτογνωσία των ορίων σου. Το να ζει κανείς αρμονικά δεν σημαίνει ότι δεν έχει ανησυχίες, ή προβλήματα, σημαίνει απλώς ότι μπορεί να συμβιώσει μαζί τους με ηρεμία, γαλήνη. Δεν θέλω να φέρω τον εαυτό μου ως παράδειγμα, μπορώ όμως να πω ότι ζω σήμερα σε αρμονία με τον περίγυρό μου».

-- Θα μπορούσατε να μου το εξηγήσετε καλύτερα αυτό;

«Είναι μια σχέση που είναι δύσκολο να την εξηγήσει κανείς. Υπάρχει μια έκφραση που επιχειρεί να προσεγγίσει την εξήγηση και λέει ότι «είμαι καλά στο δέρμα μου». Είναι μια έκφραση πολύ γαλλική. Όχι όμως μόνο στο δέρμα μου. Θα πρέπει να το συσχετίσω αυτό με το γεγονός ότι δεν φιλοδόξησα ποτέ να πετύχω τίποτε, ότι σε καμιά περίπτωση δεν σκέφθηκα τη ζωή μου σαν μια κούρσα προκειμένου να φθάσω σε συγκεκριμένους στόχους. Αυτό είναι που αποκαλώ αρμονία σε κάθε στιγμή της ζωής, κάτι που δεν σημαίνει ότι δεν παλεύεις για να επιλύσεις ένα πρόβλημα, όπως όταν έμεινα άνεργος το 1975 και επί τέσσερα χρόνια έψαχνα για μεταφράσεις για να τα βγάλω πέρα. Μπορείς να δώσεις τη μάχη, χωρίς δραματοποιήσεις, όμως, βιωμένη με ηρεμία, με αρμονία. Αυτή η αρμονία είναι κάτι το εσωτερικό. Δεν έχει να κάνει με το να λες «τι καταπληκτικός που είμαι»! Όταν το λέω αυτό, αναφέρομαι σε ένα άτομο που τα έχει καλά με τον εαυτό του. Όταν λέω ότι δεν είχα ποτέ φιλοδοξίες, ότι δεν επιθύμησα ποτέ τίποτε και γι' αυτό τώρα μπορώ να πω ότι τα έχω όλα, είναι γιατί νιώθω εν ειρήνη με ό, τι με περιβάλλει: πρόσωπα, πράγματα, ζώα αν θέλεις, δέντρα, ουρανό και θάλασσα. Είναι σαν να ήμουν ενταγμένος, από τη θέση μου, στο φυσικό μου χώρο, χωρίς να μετατραπώ σε εγωιστή που λέει: «Καθώς τώρα τα έχω όλα, τα υπόλοιπα μού είναι αδιάφορα». Όχι, αντίθετα, εξακολουθώ να είμαι αλληλέγγυος, παίρνω μέρος σε ένα κάρο μάχες, μερικές μάλιστα από αυτές από χέρι χαμένες. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την ευτυχία. Αν με όμως με ρωτήσεις: Είστε ευτυχισμένος; Ναι, ναι, είμαι ευτυχισμένος, πολύ ευτυχισμένος. Το λέω όμως αυτό για να μην αρχίσω να εξηγώ ότι υπάρχει και κάτι περισσότερο, όπως υπάρχει και κάτι που λέγεται ηρεμία και αρμονία, που ίσως είναι ένα είδος σοφίας».
(πηγή http://www.tovima.gr/ 18/10/1998).


- Copyright © Touareg Blue -